BETA

Μουσική Ανοικτού Κώδικα: Μπορεί να υπάρξει;

Εικόνα Kostas Mousafiris
Photo credit: Prabhu B Doss / Foter.com / CC BY-NC-ND Photo credit: Prabhu B Doss / Foter.com / CC BY-NC-ND

Μπορεί να υπάρξει μουσική Ανοικτού Κώδικα;

αυτό αναρωτήθηκε, δίνοντας κάποιες απαντήσεις ο Michael Tiemann της RedHat, σε άρθρο του, στο opensource.com και πιο κάτω ακολουθεί η απόδοσή του στα ελληνικά:

Το Ελεύθερο Λογισμικό και το Λογισμικό Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ) έχουν διανύσει πολύ δρόμο από τότε που για πρώτη φορά, το 1998, προτάθηκε ο όρος “Ανοικτός Κώδικας” (Open Source). Το βιβλίο The Cathedral and the Bazaar συνεισέφερε στην εξήγηση αυτού του νέου παραδείγματος για την παραγωγή λογισμικού, και η ιστορία απέδειξε πως οι βαθιές επιπτώσεις που προέβλεπε το δοκίμιο του Raymond δεν ήταν μόνο αληθοφανείς, αλλά, τώρα, ήταν και προφανείς. Και, ίσως, ακριβώς λόγω των εκπληκτικών επιδόσεων και επιτυχιών της κοινότητας ΕΛ/ΛΑΚ, εκείνοι που εργάζονται πέραν των στενών ορίων της ανάπτυξης λογισμικού, άρχισαν να αναρωτιούνται:

μήπως υπάρχουν κάποια νέα παραδείγματα, βασισμένα στις αρχές του ΕΛ/ΛΑΚ, που θα μπορούσαν να ταρακουνήσουν και το δικό μας σύμπαν;

Αυτό το είδαμε να συμβαίνει στον κόσμο του δημιουργικού περιεχομένου με τις Creative Commons.
Ο Larry Lessig, ακολουθώντας μια απλή ανάγνωση του Αμερικανικού συντάγματος, και χτίζοντας πάνω στις πολυάριθμες οξυδερκείς ιδέες που είχαν δημοσιευθεί, αρκετά χρόνια νωρίτερα, από τον Lewis Hyde, στο βιβλίο The Gift, συνειδητοποίησε πως, ενώ δεν υπήρχε τίποτε το κακό στην εμπορευματοποίηση, αυτή καθ' εαυτή, του περιεχομένου, υπήρχε, όμως, κάτι πολύ κακό στη μεταχείριση των πολιτισμικών πόρων ως ιδιωτικής, απαλλοτριώσιμης περιουσίας για πάντα.
Ο Lessig πίστευε, και εγώ συμφωνώ, πως υπάρχει ένα όφελος με το να αποδίδεται στο κοινό μια εξουσία επί του περιεχομένου που καθορίζει την κουλτούρα του, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το ΕΛ/ΛΑΚ αποδίδει σε άλλους προγραμματιστές—ή ακόμη και στους χρήστες—δικαιώματα επί του λογισμικού που κατέχουν.

Δείτε πώς οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν αυτά τα δικαιώματα για να δημιουργήσουν την Wikipedia, μια μνημειώδη συλλογή με το πλέον πολύτιμο πολιτισμικό αγαθό μας: την ανθρώπινη γνώση.
Παρατηρήθηκαν, όμως, και όρια στην επέκταση της Wikipedia, εν μέρει διότι πολλά πολιτισμικά προϊόντα που θα μπορούσαν να ενταχθούν στη δημόσια σφαίρα (commons), είναι αντιθέτως εγκλωβισμένα μέσα σε μια, φαινομενικά, διηνεκή προστασία πνευματικών δικαιωμάτων (copyright).
Η μουσική αποτελεί έναν πολιτισμικό ακρογωνιαίο λίθο, με την οποία έθνη, λαοί, εποχές, και ιδεολογίες, καλλιτεχνικά και πολιτικά κινήματα, όλοι προσπάθησαν να αναφερθούν σε αυτήν για να ορίσουν τον εαυτό τους, με έναν τρόπο πολύ όμοιο με εκείνον με τον οποίον τα άτομα αυτοκαθορίζονται, βασιζόμενα στις μουσικές τους προτιμήσεις.

Με δεδομένη τη σημασία της μουσικής για την πολιτισμική ταυτότητα, πόση εξουσία πρέπει να έχουμε πάνω της, και πιο συγκεκριμένα, πάνω σε εκείνα τα τμήματα που υποτίθεται ότι ανήκουν στα δημόσια αγαθά (public domain);

Μια εκπληκτική απάντηση σε αυτό το ερώτημα έρχεται από δύο δοκίμια που γράφτηκαν το 1966 από τον Glenn Gould. Ακόμη και αν δεν ξέρετε πολλά πράγματα για την κλασική μουσική, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να έχετε ακούσει για τις Παραλλαγές Goldberg του JS Bach. Αν ναι, μάλλον θα πρέπει να ευχαριστήσετε για αυτό τον Glenn Gould, διότι όταν ήταν 22 ετών, υπέγραψε ένα συμβόλαιο ηχογράφησης και, μέσα σε 6 ημέρες, ηχογράφησε τις Παραλλαγές Goldberg του Bach ως το παρθενικό του έργο, παρά τις ενστάσεις ενός τουλάχιστον εκτελεστικού στελέχους μιας δισκογραφικής εταιρείας. Εκείνη την εποχή, οι παραλλαγές Goldberg ήταν μακράν εκτός του συνηθισμένου ρεπερτορίου για πιάνο και εθεωρούντο ως κάτι το "απόκρυφο".
Ο Gould παρέμεινε αλύγιστος και, όπως αναφέρει και η Wikipedia:

αυτό το έργο ανέδειξε τον Gould στην καριέρα του ως έναν διεθνούς φήμης πιανίστα, και έγινε μια από τις πιο γνωστές ηχογραφήσεις για πιάνο.

Για να μην αναφέρουμε ότι ανέδειξε, επίσης, τις παραλλαγές Goldberg ως ένα πρότυπο για το κλασικό πιάνο.

Η απόφαση του Gould το 1964 να σταματήσει να κάνει δημόσιες εκτελέσεις και να εστιαστεί στην ηχογράφηση, κακοφάνηκε πάρα πολύ στο μουσικό κατεστημένο, που έβλεπε αυτές τις παραστάσεις ως τον κεντρικό άξονα της μουσικής κουλτούρας και το οποίο, σίγουρα, χειριζόταν τις μουσικές ηχογραφήσεις ως δευτεροκλασάτο υλικό. Ο Gould αντιμετώπισε αυτές τις κριτικές χωρίς να επιχειρηματολογεί εναντίον τους, αλλά αλλάζοντας το παράδειγμα.

Πράγμα που κατάφερε μόνο να τους εξοργίσει ακόμη παραπάνω. Ακολουθεί η ουσία της αλλαγής παραδείγματος, την οποίαν εξηγεί ο Gould στο The Participant Listener (Ο συμμετέχων ακροατής):

Στο κέντρο της τεχνολογικής αντιπαράθεσης, τότε, βρίσκεται ένα νέο είδος ακροατή—ένας ακροατής που συμμετέχει περισσότερο στη μουσική εμπειρία. Η ανάδυση αυτού του φαινομένου στα μισά του εικοστού αιώνα, αποτελεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της δισκογραφικής βιομηχανίας. Διότι αυτός ο ακροατής δεν είναι, πλέον, παθητικά αναλυτικός. Είναι ένας συνεταίρος, του οποίου τα γούστα, οι προτιμήσεις, και οι τάσεις, ακόμη και τώρα, αλλάζουν περιφερικά τις εμπειρίες στις οποίες αφιερώνει την προσοχή του, και του οποίου την αυξημένη συμμετοχή αναμένει το μέλλον της τέχνης της μουσικής.

Ασφαλώς, συνιστά, επίσης, και μια απειλή, έναν εν δυνάμει καταχραστή ισχύος, έναν απρόσκλητο επισκέπτη στο συμπόσιο των τεχνών, κάποιος του οποίου η παρουσία απειλεί τη συνηθισμένη ιεραρχική δομή του μουσικού κατεστημένου. Δεν θα ήταν, λοιπόν, άσκοπο να υποθέσουμε πως αυτό το συμμετοχικό κοινό θα μπορούσε να αναδυθεί απατρονάριστο από εκείνη την υποτελή θέση με την οποία απέτιε τιμή στη δομή του status του κόσμου των συναυλιών και, “εν μία νυκτί”, να αναλάβει ικανότητες λήψης αποφάσεων οι οποίες αποτελούσαν μέχρι τώρα την μέριμνα των ειδικών;

Υπάρχουν πολλά πράγματα προς ανακάλυψη στις παραπάνω δύο παραγράφους, αλλά δοκιμάστε το εξής: διαβάστε τα παραπάνω σαν μια μουσική αλληγορία για την αλλαγή παραδείγματος από το κλειστό ιδιοταγές στο ελεύθερο λογισμικό.
Μπορεί να είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα, αλλά όταν πρότεινα την ιδέα να ξεκινούσαμε μια εταιρεία για να προσφέρει εμπορική υποστήριξη προς το ελεύθερο λογισμικό, μία από τις βασικές ενστάσεις ήταν "ελεύθερο ή όχι, οι χρήστες δεν θέλουν τον πηγαίο κώδικα. Δεν θέλουν ούτε να τον ακουμπάνε. Θέλουν απλώς να πληρώνουν λεφτά για την καλύτερη λύση, τελεία και παύλα."
Ο κόσμος του κλειστού ιδιοταγούς λογισμικού δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως η καλύτερη λύση θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνει πολύ καλά και την περίπτωση ενός χρήστη που γίνεται συμμέτοχος στην ανάπτυξη λογισμικού. Δεν μπορούσε να ανεχθεί την ιδέα πως οι χρήστες θα μπορούσαν αναλάβουν αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων που, ως τότε, ήταν αποκλειστική μέριμνα των ειδικών.

Η Cygnus Solutions, όμως, απέδειξε ότι το μέλλον το λογισμικού πραγματικά περίμενε την πιο ενεργό συμμετοχή των χρηστών. Και ακριβώς το ίδιο ισχύει και για το μέλλον της τέχνης της μουσικής, πράγμα το οποίο, προφανώς, ο Gould προέβλεψε πολύ πιο μπροστά:

Η λέξη κλειδί εδώ είναι "δημόσια." Εκείνες οι εμπειρίες όπου ο χρήστης συναντά μουσική που αναμεταδίδεται/αναπαράγεται ηλεκτρονικά, δεν ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Ένα εξυπηρετικό αξίωμα που μπορεί να εφαρμοσθεί σε κάθε εμπειρία όπου εμπλέκεται ηλεκτρονική αναμετάδοση, μπορεί να διατυπωθεί με εκείνο το παράδοξο σύμφωνα με το οποίο, θεωρητικά, η ικανότητα κατάκτησης ενός ακροατηρίου σε απεριόριστους αριθμούς, πετυχαίνει στην πράξη έναν άπειρο αριθμό ιδιωτικών ακροάσεων. Λόγω των περιστάσεων που ορίζει αυτό το παράδοξο, ο ακροατής μπορεί να επιδοθεί σε διάφορες προτιμήσεις και, μέσω των ηλεκτρονικών τροποποιήσεων με τις οποίες εμπλουτίζει την εμπειρία ακρόασης, να επιβάλλει την δική του προσωπικότητα επί του έργου.
Και από τη στιγμή που θα κάνει κάτι τέτοιο, μετασχηματίζει αυτό το έργο, και τη σχέση του με αυτό, από μία καλλιτεχνική, σε μία περιβαλλοντική εμπειρία.

Εδώ ο Gould υπογραμμίζει ένα βαθιά φιλοσοφικό θέμα, και το οποίο εύκολα παρανοείται, λόγω της ορολογίας του. Δεν λέει ότι οι αυθαίρετες ηλεκτρονικές αναμεταδόσεις οδηγούν αυτομάτως στη μεταχείριση του πρωτότυπου περιεχομένου σαν να ήταν κοινή ιδιοκτησία στην κατοχή του όλου του κοινού.
Μάλλον, λέει ότι πως όταν το σήμα μετατρέπεται σε ανθρώπινη εμπειρία, τότε η εμπειρία αυτή δεν είναι γενική, αλλά μοναδική για το άτομο αυτό. Και ότι το μέλλον της μουσικής τέχνης εξαρτάται από το σεβασμό της εξατομίκευσης της εμπειρίας, και όχι από την επιβολή της ομοιομορφίας στην αναμετάδοση.

[Σαν πρόσθετη σημείωση, δείτε τις απίστευτες κρίσεις που παθαίνει η μουσική βιομηχανία όταν προσπαθεί να ισχυριστεί ότι οι ψηφιακές μεταφορτώσεις (ΣτΜ. “κατέβασμα”) δεν αποτελούν "αγορές" (και άρα δεν υπάγονται στη θεωρία της πρώτης πώλησης), αλλά, αντιθέτως, "δοσοληψίες" (που δεν συνεπάγονται απολύτως κανένα δικαίωμα πέραν εκείνου που είναι παθητικά αναλυτικό, και δεν επιτρέπουν άλλη στάση εκτός από την υποτακτική).]

Ο Gould το έγραψε αυτό 20 χρόνια πριν ο Lewis Hyde δημοσιεύσει το The Gift και 20 χρόνια πριν ο Stallman γράψει το GNU Manifesto. 30 χρόνια πριν, ο Lawrence Lessig έγραψε το Code and other laws of Cyberspace και 30 χρόνια πριν ο Eric Raymond γράψει το The Cathedral and the Bazzar. 40 χρόνια πριν εγώ αρχίσω να φαντάζομαι πως το The Miraverse θα μπορούσε να βάλει μαζί τις ιδέες της Creative Commons και του Ελεύθερου Λογισμικού και του Ανοικτού Κώδικα, για τη δημιουργία ενός νέου διατηρήσιμου μέλλοντος για τη μουσική. Τώρα, όμως, η γοητευτική ιδέα που εκείνος πρότεινε (στο The Prospects of Recording) μπορεί να υλοποιηθεί:

Παρεμπιπτόντως, θα ήταν μια σχετικά απλή υπόθεση να παραχωρηθούν στον ακροατή επιλογές επεξεργασίας εγγραφής, τις οποίες θα μπορούσε να ασκεί κατά τη διακριτική του ευχέρεια.
Πράγματι, ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε κάλλιστα να προκύψει από εκείνη τη διαδικασία με την οποία είναι πλέον εφικτό να διαχωρίζουμε τη σχέση ταχύτητας προς ένταση (pitch) και, με αυτό τον τρόπο (αν και με το τρέχον μειονέκτημα μιας κάποιας επιδείνωσης στην ποιότητα του ήχου) να αποκόπτουμε μεμονωμένα τμήματα ερμηνειών του ίδιου έργου, τα οποία εκτελούνται από διαφορετικούς καλλιτέχνες και ηχογραφούνται με διαφορετικό χρονισμό [...]
Αυτή η μέθοδος θα μπορούσε, θεωρητικά, να εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς στην αναδόμηση της μουσικής εκτέλεσης. Δεν υπάρχει, πράγματι, τίποτε που να μπορεί να εμποδίσει έναν αφοσιωμένο γνώστη από το να δράσει ως εκδότης της ίδιας του της εγγραφής και, με αυτές τις συσκευές, ασκώντας τέτοιου είδους ερμηνευτικές προεπιλογών οι οποίες θα του επιτρέψουν να δημιουργήσει την δική του ιδεώδη εκτέλεση [...]

Είναι αλήθεια ότι στην εποχή του Gould, η τεχνολογία αυτή δεν ήταν άμεσα διαθέσιμη για να προσφέρει στα ακροατήρια τέτοιες δυνατότητες: στον καιρό του, η πολυκάναλη εγγραφή ήταν αφάνταστα δαπανηρή, και ήταν διαθέσιμη μόνο σε λίγα, αποκλειστικά, εμπορικά στούντιο εγγραφής. Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά, τουλάχιστον στο επίπεδο της τεχνολογίας.
Το Ardour είναι ένας εξαιρετικός Ψηφιακός Σταθμός Εργασίας (Digital Audio Workstation/ DAW), ο οποίος επιτρέπει σε οποιονδήποτε φορητό υπολογιστή να μπορεί να μετατραπεί σε μία πανίσχυρη συσκευή για πολυκάναλη επεξεργασία εγγραφών ήχου. Και η επιθυμία εκ μέρους των συμμετοχικών ακροατών είναι παρούσα.
Αλλά, ακόμη και τα πιο ισχυρά εργαλεία λογισμικού στον κόσμο δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ακαταμάχητη εκτέλεση από το τίποτε. Πρέπει να υπάρχει ένας καλλιτέχνης που να προσφέρεται να δημιουργήσει τον ηχητικό καμβά, ο οποίος, στη συνέχεια, θα αναμειχθεί ξανά και ξανά, σύμφωνα με τα γούστα. Και ασφαλώς, πρέπει να υπάρχει και ένα πλαίσιο εμπορικών δικαιωμάτων που να μην γειώνει την όλη προσπάθεια κατ' ευθείαν στο έδαφος.
Αυτό είναι που καθιστά το έργο των Ανοικτών παραλλαγών του Goldberg τόσο ενδιαφέρον: αποτελεί την απάντηση στην πρόκληση που ο Gould κατέθεσε εδώ και 40+ χρόνια. Αποτελεί το επόμενο εξελικτικό βήμα στη μουσική κληρονομιά που ξεκινά από τον JS Bach, μέσω του Gould, μέχρι και στη σημερινή ημέρα. Προσκαλεί το κάθε ακροατή να γίνει ένας συμμέτοχος στο μέλλον της μουσικής τέχνης.

Photo credit: Foter.com/Public Domain Mark 1.0 Photo credit: Foter.com/Public Domain Mark 1.0

Παραλλαγές στο κλειδί του Ελεύθερου Λογισμικού

Η Kimiko Ishizaka είναι η καλλιτέχνης που έκανε την τολμηρή μετατροπή από πιανίστρια για συναυλίες σε πολιτισμικό παράγοντα, απελευθερώνοντας τόσο τον πηγαίο κώδικα των έργων του Bach (επαγγελματικά σελιδοποιημένες παρτιτούρες μέσω του MuseScore), όσο και τα δεδομένα των επιδόσεων (υπό μορφή μιας εγγραφής ήχου), για να προσφέρει στα ακροατήρια αξεπέραστες εμπειρίες μουσικής απόλαυσης και την αίσθηση ελευθερίας που προέρχεται από τις αυθεντικές δυνατότητες. Δηλαδή, με άλλα λόγια:

τη δυνατότητα δημιουργίας, τη δυνατότητα χειραγώγησης των αρχείων, τη δυνατότητα επαύξησης των κοινών αγαθών (commons) με τον διαμοιρασμό όλων εκείνων που μας εμπνέουν πάθος.

Οπότε, ας επιστρέψουμε στην εν λόγω ερώτηση:

Μπορεί να υπάρξει μουσική Ανοικτού Κώδικα; Ή, μάλλον, τι μπορεί να συμβεί στην μουσική ανοικτού κώδικα;

To OHM2013 μόλις ολοκλήρωσε μια εβδομάδα: "Παρατήρησε. Κάνε Hack. Φτιάξε."

Ένας hacker που συμμετείχε, παραχώρησε αυτές τις σκέψεις:

Ένα κομμάτι [μουσικής] μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερο και ανοικτού κώδικα αν υπάρχουν διαθέσιμες ηχογραφήσεις καλής ποιότητας, με ελεύθερες άδειες (ισοδυναμεί με μια διανομή προμεταγλωττισμένων εκτελέσιμων πακέτων), και παρτιτούρες καλής ποιότητας, όπου όλες οι προσφερόμενες οδηγίες και τα σχόλια του αρχικού συνθέτη, είναι διαθέσιμα σε μια επεξεργάσιμη, επαναχρησιμοποιήσιμη μορφή, και πάλι με μια κατάλληλη άδεια (φανταστείτε το σαν τον πηγαίο κώδικα ενός λογισμικού το οποίο μπορείτε ελεύθερα να αντιγράψετε, να αλλάξετε, να χρησιμοποιήσετε, να μεταγλωττίσετε, να ερμηνεύσετε, ή ό,τι άλλο θέλετε).

Οι Ανοικτές Παραλλαγές Goldberg είναι το πρώτο μεγάλο έργο που πήρε κάποια από τα έργα του Johann Sebastian Bach και τα κυκλοφόρησε με Ανοικτό Κώδικα ("Bach to the future"), με τη βοήθεια της μικρο-χρηματοδότησης (crowd-funding). Μπορείτε να
κατεβάσετε μη απωλεστικές (lossless) ηχογραφήσεις, με εκτέλεση από την Kimiko Ishizaka και, ασφαλώς, την παρτιτούρα σε μορφή MuseScore και Music XML, όντας τα πάντα στη δημόσια σφαίρα (public domain).

Είναι μια πολύ ωραία αρχή. Εκείνο που την κάνει ακόμη καλύτερη είναι το ότι υπάρχει μια δραστήρια κοινότητα που τα κάνει όλα αυτά εφικτά. Μια κοινότητα διαφορετικών ανθρώπων, όπου ο καθένας παίζει διαφορετικούς ρόλους, και οι οποίοι εργάζονται μαζί για να δημιουργήσουν εκείνο που κανένας δεν θα μπορούσε να καταφέρει μόνος του. Και τα κορυφαία περιβάλλοντα μπορούν να παράγουν εμπορικά βιώσιμες εκδόσεις και με καλές κριτικές, σε σταθερή βάση.

1

Ένα τέτοιο περιβάλλον είναι το Miraverse, η πειραματική ταυτότητα των studios στην εταιρεία Manifold Recording.
Από τη μια πλευρά του υαλοπίνακα του Θαλάμου Ελέγχου βρίσκεται η Αίθουσα Μουσικής (πιο πάνω), και από την άλλη πλευρά, μία Αναλογική κονσόλα εμφάνισης API που κάνει εγγραφή σε 64 κανάλια, χρησιμοποιώντας το Ardour (πιο κάτω).
Αυτά τα περιβάλλοντα συμπληρώνονται με ένα τρίτο περιβάλλον, το Studio Annex, που προσφέρει μία Κονσόλα Ηarrison Trion βασισμένη σε Linux, υποστηρίζουν μια ποικιλία μορφών ήχου, με έως και 96 κανάλια στα 96kHz:

3Screenshot

Σε αυτά τα studios, μπορεί να γίνει ηχογράφηση μουσικής Ανοικτού Κώδικα, να γίνουν ακροάσεις και μείξη με τις καλύτερες συσκευές ήχου, τα πληρέστερα ακουστικά περιβάλλοντα και με λογισμικό ΕΛ/ΛΑΚ. Ο συμμετοχικός ακροατής μπορεί να βιώσει την διαδικασία ηχογράφησης (που είναι αφ' εαυτής μια εκπληκτική διαδικασία) αλλά και να δοκιμάσει τις δημιουργικές επιλογές που είναι εφικτές όταν αρχίσει η διαδικασία μείξης.

Ενδιαφέρεστε να γίνετε ένας συμμετοχικός ακροατής; Η Kimiko Ishizaka θα κάνει μια Ευρωπαϊκή και μια Βορειοαμερικανική τουρνέ ετοιμάζοντας τις ηχογραφήσεις της στο σωστά συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο (“Well-Tempered Clavier”, Στμ.: βιβλίο του Bach). Η πρώτη συναυλία θα λάβει μέρος στο Beethovenfest στη Βόννη, Γερμανία (24/09). Από εκεί, η κα. Ishizaka θα συνεχίσει με μια εκτέλεση στην Πράγα (25-26/09), στο Μόναχο (30/09), στη Βιέννη (2/10), στο Αμβούργο (12/10) και ξανά στη Βόννη (18/10), και στην Ruiselede, Βέλγιο (20/10). Οι ημερομηνίες της τουρνέ της κας. Ishizaka στην Β. Αμερική περιλαμβάνουν παραστάσεις της στο Ann Arbor, MI (23/10), στο Pianoforte Foundation στο Σικάγο, IL (26/10), στο Miraverse στο Manifold Recording στο Pittsboro, NC (3/11), και στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας, Columbia, SC (6/11).

Ακριβώς όπως και σε κάθε άλλο έργο Ελεύθερου Λογισμικού, το δικό σας ενδιαφέρον και η συμμετοχή σας μπορούν όχι μόνο να το κάνουν επιτυχία, αλλά ακόμη και μια επιτυχία που θα οριοθετήσει όλη τη βιομηχανία. Αυτός είναι ο στόχος μας. Αν παρακολουθήσετε μια από τις συναυλίες της, συμμετέχοντας στην εκστρατεία Kickstarter Δώδεκα Τόνων (Twelve Tones) του Bach (που είναι ένας τρόπος αγοράς εισιτηρίων για τις συναυλίες αυτές), παρακολουθώντας το Recording Salon που διοργανώνουμε στο Manifold Recording στις 3 Νοεμβρίου, μπορείτε να απολαύσετε πλήρως τις δικές σας εμπειρίες με τη μουσική, την κοινότητα, και τους ενδιαφερόμενους για ηχογραφήσεις, ενώ ταυτόχρονα βοηθάτε το έργο και τους πρωτεργάτες του να πετύχουν τους ευρύτερους στόχους τους. Ελπίζουμε να σας δούμε αυτό το Φθινόπωρο... και πολλές ακόμη φορές στο μέλλον!

ch1

-Το Copyright, κατ’ ουσίαν, επιτρέπει πραγματικά πρόσωπα ή και πρόσωπα «φαντάσματα», αθάνατα νομικά πρόσωπα που ονομάζονται εταιρείες να διεκδικούν ένα συγκεκριμένο έργο, ισχυριζόμενοι πως είναι πνευματική ιδιοκτησία.
-Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας δίνει σε μια ενιαία οντότητα, το πλήρες δικαίωμα να ελέγχει την πνευματική εργασία.
-Σκέψεις που κάποιος έχει εκφράσει, τίθενται στο εμπόριο προς πώληση και αγορά, σαν να επρόκειτο για αγαθά και υπηρεσίες.

Σε αυτό το θέμα, μια πολύ καλή τοποθέτηση, έχει κάνει και ο Luis Villa τoυ Wikimedia: Πνευματικά δικαιώματα, copyleft ή καθόλου copy; [συνέντευξη με τον Luis Villa του Wikimedia], ενώ περισσότερα για όλα αυτά, μπορείτε να δείτε και στο άρθρο: Γιατί το Copyleft είναι Σημαντικό για το Ανθρώπινο Είδος [Ελεύθερη Άδεια Ανοιχτού Κώδικα].
Και στο ερώτημα, για το τι γίνεται, εδώ και τώρα, δείτε: Ανοιχτού Κώδικα διασκέδαση! [για μαγαζιά διασκέδασης & εστίασης]

Οι εταιρείες που κατέχουν τα πνευματικά δικαιώματα, κερδίζουν τεράστια χρηματικά ποσά χρεώνοντας την πρόσβαση, και αυτό είναι απολύτως νόμιμο – δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε για να τους σταματήσουμε».
Αλλά υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, κάτι που ήδη γίνεται: μπορούμε να αντεπιτεθούμε.

Aaron Swartz

  • Σχόλια

0 Comments:

Scroll to Top